αδιευκρίνιστος

[адиэфкринитос] επ. неразъясненный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αδιευκρίνιστος" в других словарях:

  • αδιευκρίνιστος — η, ο [διευκρινίζω] ο αδιευκρίνητος …   Dictionary of Greek

  • αδιευκρίνιστος — η, ο αξεκαθάριστος, σκοτεινός: Οι προθέσεις του μένουν πάντα αδιευκρίνιστες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αδιασάφητος — η, ο (Μ ἀδιασάφητος, ον) [διασαφῶ] αυτός που δεν διασαφήθηκε, αδιασαφήνιστος, αδιευκρίνιστος, ανεξήγητος νεοελλ. (για εμπορεύματα) αυτός για τον οποίο δεν έγινε τελωνειακή διασάφηση («τα εμπορεύματα είναι αδιασάφητα») …   Dictionary of Greek

  • ανεξακρίβωτος — η, ο ο μη εξακριβωμένος, αδιευκρίνιστος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αν στερ. + εξακριβώνω. Η λ. μαρτυρείται από το 1886 στον καθηγητή και συγγραφέα Αλέξανδρο Ραγκαβή] …   Dictionary of Greek

  • αξεμπέρδευτος — η, ο 1. αυτός που δεν ξεμπερδεύτηκε, που δεν απαλλάχθηκε από μπέρδεμα, περιπλοκή 2. αδιευκρίνιστος, ατακτοποίητος, αξεκαθάριστος 3. (για πρόσωπο) αυτός που δεν εξοντώθηκε …   Dictionary of Greek

  • αδιασάφητος — η, ο αυτός για τον οποίο δεν έγιναν διασαφήσεις, αδιευκρίνιστος: Μερικά σημεία του θέματος έμειναν αδιασάφητα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.